navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › επιβίβαση

επιβίβαση

η, ουσ.

άνοδος ή είσοδος σε μεταφορικό μέσο, πλοίο, αεροπλάνο, τρένο κ.λπ.

Ετυμολογία

< επιβιβάζω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιβίβαση», σ. 286. https://navalhistory.gr/lexiko/επιβιβαση/