επιβεβαιώνω
ρ.
- [μετβ.] πιστοποιώ, παρέχω έγγραφη βεβαίωση για λογαριασμό κάποιου, επικυρώνω, επαληθεύω
- [αμετβ.] επιβεβαιώνομαι, επαληθεύομαι, αντών. διαψεύδομαι.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπιβεβαι(ῶ) + -ώνω.
Παράγωγα
επιβεβαίωση, επιβεβαιωτικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιβεβαιώνω», σ. 286. https://navalhistory.gr/lexiko/επιβεβαιωνω/