navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › επιβεβαιώνω

επιβεβαιώνω

ρ.

  1. [μετβ.] πιστοποιώ, παρέχω έγγραφη βεβαίωση για λογαριασμό κάποιου, επικυρώνω, επαληθεύω
  2. [αμετβ.] επιβεβαιώνομαι, επαληθεύομαι, αντών. διαψεύδομαι.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐπιβεβαι(ῶ) + -ώνω.

Παράγωγα

επιβεβαίωση, επιβεβαιωτικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιβεβαιώνω», σ. 286. https://navalhistory.gr/lexiko/επιβεβαιωνω/