έπηλυς
-υς, -υ, επίθ.
[αρχαιοπρεπές] αυτός που ήρθε από μια ξένη χώρα, ξενόφερτος, ξωμερίτης, αλλοδαπός.
Ετυμολογία
< αρχ. ἔπηλυς [= 1. αυτός που επανέρχεται σε μια θέση, 2. προσήλυτος] < ἐπ(ί)- + -ηλυς.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έπηλυς», σ. 286. https://navalhistory.gr/lexiko/επηλυσ/