επέχω
ρ. [αμετβ.]
- διστάζω να εκφράσω τη σκέψη μου, γίνομαι επιφυλακτικός
- (ειδικότ.) «επέχω προς νότον / προς βορράν», κρατώ την πλώρη του πλοίου σταθερά προς την ίδια διεύθυνση, έχω την πλώρη στραμμένη προς τον βορρά ή τον νότο
- [μετβ.] (ειδ. φρ.) «επέχω θέση» (+ γενική) εκτελώ υπηρεσίες ή καθήκοντα άλλων, αντικαθιστώ, υποκαθιστώ, αναπληρώνω ή ισοδυναμώ.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπ-έχω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επέχω», σ. 285. https://navalhistory.gr/lexiko/επεχω/