επαίρω
ρ. [μετβ.]
- σηκώνω κάτι ψηλά, υψώνω, (φρ.) «επαίρω ιστίο [= πανί] / την σημαία / σήμα», αντών. υποστέλλω
- [αμετβ.] α) επαίρομαι, σηκώνομαι ψηλά, β) (μτφ.) περηφανεύομαι.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπαίρω < ἐπ(ί) + αἴρω.
Παράγωγα
έπαρση.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επαίρω», σ. 282. https://navalhistory.gr/lexiko/επαιρω/