navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › επαίρω

επαίρω

ρ. [μετβ.]

  1. σηκώνω κάτι ψηλά, υψώνω, (φρ.) «επαίρω ιστίο [= πανί] / την σημαία / σήμα», αντών. υποστέλλω
  2. [αμετβ.] α) επαίρομαι, σηκώνομαι ψηλά, β) (μτφ.) περηφανεύομαι.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐπαίρω < ἐπ(ί) + αἴρω.

Παράγωγα

έπαρση.

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επαίρω», σ. 282. https://navalhistory.gr/lexiko/επαιρω/