navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εξοπλίζω

εξοπλίζω

ρ. [μετβ.]

  1. εφοδιάζω, με όπλα και άλλο πολεμικό υλικό, τους εμπλεκόμενους, αρματώνω
  2. εφοδιάζω με τα απαραίτητα υλικά και αγαθά τους φορείς που τα έχουν ανάγκη
  3. (για πλοία) εφοδιάζω σκάφος με όλα τα αναγκαία για ταξίδι ή για πόλεμο.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐξοπλίζω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξοπλίζω», σ. 280. https://navalhistory.gr/lexiko/εξοπλιζω/