εξοπλίζω
ρ. [μετβ.]
- εφοδιάζω, με όπλα και άλλο πολεμικό υλικό, τους εμπλεκόμενους, αρματώνω
- εφοδιάζω με τα απαραίτητα υλικά και αγαθά τους φορείς που τα έχουν ανάγκη
- (για πλοία) εφοδιάζω σκάφος με όλα τα αναγκαία για ταξίδι ή για πόλεμο.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐξοπλίζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξοπλίζω», σ. 280. https://navalhistory.gr/lexiko/εξοπλιζω/