εξόγκωση
η, ουσ.
- διόγκωση σώματος
- (μτφ.) μεγαλοποίηση, παραφούσκωμα
- εξόγκωμα.
Ετυμολογία
< μτγν. ἐξόγκω(σις) -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξόγκωση», σ. 279. https://navalhistory.gr/lexiko/εξογκωση/