εξεταστής
ο, εξετάστρια, η, ουσ.
πρόσωπο που διεξάγει τις εξετάσεις για πιστοποίηση γνώσεων των μαθητευόμενων ή για καταγραφή επικίνδυνων περιστατικών, δυστυχημάτων ή ατυχημάτων, ελεγκτής.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐξεταστής, σημδ. από τη γαλλ. examinateur.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξεταστής», σ. 279. https://navalhistory.gr/lexiko/εξεταστησ/