εξερευνώ
ρ. [μετβ.]
- ερευνώ εξονυχιστικά κάποιον τόπο, για να γνωρίσω τις ιδιαιτερότητές του, τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά του
- μελετώ εμπεριστατωμένα και με επιστημονικό τρόπο ένα θέμα.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐξερευνάω, -ῶ < ἐξ + ἐρευνάω, -ῶ < ἔρευνα < ἔρομαι, σημδ. από τη γαλλ. explorer.
Παράγωγα
εξερεύνηση, εξερευνητής, εξερευνητικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξερευνώ», σ. 278. https://navalhistory.gr/lexiko/εξερευνω/