navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εξερευνώ

εξερευνώ

ρ. [μετβ.]

  1. ερευνώ εξονυχιστικά κάποιον τόπο, για να γνωρίσω τις ιδιαιτερότητές του, τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά του
  2. μελετώ εμπεριστατωμένα και με επιστημονικό τρόπο ένα θέμα.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐξερευνάω, -ῶ < ἐξ + ἐρευνάω, -ῶ < ἔρευνα < ἔρομαι, σημδ. από τη γαλλ. explorer.

Παράγωγα

εξερεύνηση, εξερευνητής, εξερευνητικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξερευνώ», σ. 278. https://navalhistory.gr/lexiko/εξερευνω/