navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εξαπλώνω

εξαπλώνω

ρ. [μετβ.]

  1. απλώνω κάτι σ’ όλη του την έκταση, επεκτείνω
  2. (μτφ.) επεκτείνω, μεταδίδω, διαδίδω.

Ετυμολογία

< μτγν. ἐξαπλ(ῶ) + -ώνω.

Παράγωγα

εξάπλωση.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξαπλώνω», σ. 276. https://navalhistory.gr/lexiko/εξαπλωνω/