εξαπλώνω
ρ. [μετβ.]
- απλώνω κάτι σ’ όλη του την έκταση, επεκτείνω
- (μτφ.) επεκτείνω, μεταδίδω, διαδίδω.
Ετυμολογία
< μτγν. ἐξαπλ(ῶ) + -ώνω.
Παράγωγα
εξάπλωση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξαπλώνω», σ. 276. https://navalhistory.gr/lexiko/εξαπλωνω/