εξαίρεση
η, ουσ.
η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξαιρώ:
- ο διαχωρισμός, προσώπου ή πράγματος, από το σύνολο στο οποίο ανήκει, συνών. εξαγωγή, αφαίρεση, απόσπαση
- απαλλαγή από νόμιμη υποχρέωση ή στέρηση νόμιμου δικαιώματος εξαιτίας ιδιαιτέρων συνθηκών
- παρέκκλιση από συγκεκριμένο κανόνα
- (έκφρ.) «δεν υπάρχει κανόνας χωρίς εξαίρεση», «κάθε κανόνας έχει και τις εξαιρέσεις του», «η εξαίρεση επιβεβαιώνει τον κανόνα».
Ετυμολογία
< αρχ. ἐξαίρε(σις) [= βγάλσιμο προς τα έξω].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξαίρεση», σ. 275. https://navalhistory.gr/lexiko/εξαιρεση/