navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εξαίρεση

εξαίρεση

η, ουσ.

η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξαιρώ:

  1. ο διαχωρισμός, προσώπου ή πράγματος, από το σύνολο στο οποίο ανήκει, συνών. εξαγωγή, αφαίρεση, απόσπαση
  2. απαλλαγή από νόμιμη υποχρέωση ή στέρηση νόμιμου δικαιώματος εξαιτίας ιδιαιτέρων συνθηκών
  3. παρέκκλιση από συγκεκριμένο κανόνα
  4. (έκφρ.) «δεν υπάρχει κανόνας χωρίς εξαίρεση», «κάθε κανόνας έχει και τις εξαιρέσεις του», «η εξαίρεση επιβεβαιώνει τον κανόνα».

Ετυμολογία

< αρχ. ἐξαίρε(σις) [= βγάλσιμο προς τα έξω].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξαίρεση», σ. 275. https://navalhistory.gr/lexiko/εξαιρεση/