navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › ενοχλητικός

ενοχλητικός

-ή, -ό, επίθ.

αυτός που προξενεί ενόχληση, συνών. οχληρός, κουραστικός, φορτικός, ανιαρός, πειραχτήρι.

Ετυμολογία

< ενοχλη- (< ενοχλώ) [καταλ.] -τικός.

Επιρρήματα

ενοχλητικώς, -ικά [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ενοχλητικός», σ. 271. https://navalhistory.gr/lexiko/ενοχλητικοσ/