navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › ενισχυτικός

ενισχυτικός

-ή, -ό, επίθ.

αυτός που αναφέρεται στην ενίσχυση, ο βοηθητικός, (φρ.) «ενισχυτική ζώνη / λυχνία / γωνία», «ενισχυτικός δακτύλιος / νομέας».

Ετυμολογία

< ενισχύ(ω) + -τικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ενισχυτικός», σ. 271. https://navalhistory.gr/lexiko/ενισχυτικοσ/