navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › ενδιάμεσος

ενδιάμεσος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που βρίσκεται μεταξύ άλλων δύο
  2. (το ουδ. ως ουσ.) το ενδιάμεσο, ο κενός χώρος που παρεμβάλλεται μεταξύ δύο επιφανειών, το διάκενο
  3. (φρ.) «ενδιάμεσες ακτίνες», ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία που εκπέμπεται ανάμεσα στις υπεριώδεις και τις μαλακότερες από τις ακτίνες Χ.

Ετυμολογία

< εν- + διάμεσος.

Επιρρήματα

ενδιάμεσα και ενδιαμέσως [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ενδιάμεσος», σ. 270. https://navalhistory.gr/lexiko/ενδιαμεσοσ/