ενδιάμεσος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που βρίσκεται μεταξύ άλλων δύο
- (το ουδ. ως ουσ.) το ενδιάμεσο, ο κενός χώρος που παρεμβάλλεται μεταξύ δύο επιφανειών, το διάκενο
- (φρ.) «ενδιάμεσες ακτίνες», ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία που εκπέμπεται ανάμεσα στις υπεριώδεις και τις μαλακότερες από τις ακτίνες Χ.
Ετυμολογία
< εν- + διάμεσος.
Επιρρήματα
ενδιάμεσα και ενδιαμέσως [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ενδιάμεσος», σ. 270. https://navalhistory.gr/lexiko/ενδιαμεσοσ/