navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › ενδέτης και ένδεσμος

ενδέτης

Και: ένδεσμος

ο, ουσ.

  1. στερέωση αντικειμένων με εσωτερικό δέσιμο
  2. μέσο στήριξης μηχανήματος
  3. στήριγμα των εσωτερικών τοιχωμάτων δεξαμενής, δοχείου ή λέβητα, συνών. διάπηγμα, τραβέρσα, (φρ.) «ενδέτης κοχλιωτός / φλογοθαλάμου / πηδαλίου».

Ετυμολογία

< ἔνδεσμος, -της, < ἐνδέω [= δένω κάτι σταθερά].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ενδέτης και ένδεσμος», σ. 269. https://navalhistory.gr/lexiko/ενδετησ-και-ενδεσμοσ/