ενδέτης
Και: ένδεσμος
ο, ουσ.
- στερέωση αντικειμένων με εσωτερικό δέσιμο
- μέσο στήριξης μηχανήματος
- στήριγμα των εσωτερικών τοιχωμάτων δεξαμενής, δοχείου ή λέβητα, συνών. διάπηγμα, τραβέρσα, (φρ.) «ενδέτης κοχλιωτός / φλογοθαλάμου / πηδαλίου».
Ετυμολογία
< ἔνδεσμος, -της, < ἐνδέω [= δένω κάτι σταθερά].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ενδέτης και ένδεσμος», σ. 269. https://navalhistory.gr/lexiko/ενδετησ-και-ενδεσμοσ/