navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εμπόριο

εμπόριο

το, ουσ.

το σύνολο των αγαθών και των προϊόντων που διακινούνται στην αγορά είτε χονδρικώς είτε λιανικώς καθώς και τις προσφερόμενες υπηρεσίες με σκοπό το κέρδος τόσο για τον παραγωγό όσο και για τον μεσάζοντα και τον πωλητή, (φρ.) «ακτοπλοϊκό / εισαγωγικό / εξαγωγικό / ελεύθερο / θαλάσσιο / ναυτικό εμπόριο», «εμπόριο δούλων / σιτηρών / κρασιού / μετάλλων κ.λπ.».

Ετυμολογία

< αρχ. ἐμπόριον [= 1. λατιν. emporium, τόπος εμπορίου, εμπορικό κέντρο, αγορά, 2. τα εμπορεύσιμα αγαθά, 3. ἐμπόρια, τά, εμπορεύματα].

Σύνθετα

εμποριολογία, εμποριολόγος, ανθρακεμπόριο, γουνεμπόριο, δουλεμπόριο, ζωεμπόριο, καπνεμπόριο, λαδεμπόριο, λαθρεμπόριο, λιανεμπόριο, χονδρεμπόριο και χοντρεμπόριο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εμπόριο», σ. 267. https://navalhistory.gr/lexiko/εμποριο/