εμπορικός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που έχει σχέση με το εμπόριο ή τον έμπορα, (φρ.) «εμπορικό ισοζύγιο / σήμα»,
- (το ουδ. ως ουσ.) το εμπορικό, κατάστημα πώλησης υφασμάτων, ειδών νεοτερισμού, ψιλικών.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐμπορικός.
Επιρρήματα
εμπορικά [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εμπορικός», σ. 266. https://navalhistory.gr/lexiko/εμπορικοσ/