navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εμπορικός

εμπορικός

-ή, -ό, επίθ.

  1. αυτός που έχει σχέση με το εμπόριο ή τον έμπορα, (φρ.) «εμπορικό ισοζύγιο / σήμα»,
  2. (το ουδ. ως ουσ.) το εμπορικό, κατάστημα πώλησης υφασμάτων, ειδών νεοτερισμού, ψιλικών.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐμπορικός.

Επιρρήματα

εμπορικά [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εμπορικός», σ. 266. https://navalhistory.gr/lexiko/εμπορικοσ/