εμπειροτέχνης
ο, -ισσα, η, και εμπειροτεχνίτης, ο, -ισσα, η, ουσ.
εμπειρικός τεχνίτης, συνών. δεξιοτέχνης.
Ετυμολογία
[λόγιο] έμπει ρ(ος) -ο- + τέχν(η) + -ης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εμπειροτέχνης», σ. 265. https://navalhistory.gr/lexiko/εμπειροτεχνησ/