εμβάζω
ρ. [μετβ.]
στέλνω σε κάποιον χρήματα, με τραπεζική ή ταχυδρομική επιταγή.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐμβιβάζω [= 1. βάζω μέσα, εισάγω, ρίχνομαι, 2. βάζω σε πλοίο, επιβιβάζω, φορτώνω, 3. οδηγώ, άγω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εμβάζω», σ. 263. https://navalhistory.gr/lexiko/εμβαζω/