ελαφρύνω
Και: ελαφρώνω
ρ. [μετβ. και αμετβ.]
- μειώνω το βάρος
- (μτφ.) προκαλώ ανακούφιση.
Ετυμολογία
< μτγν. ἐλαφρύνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ελαφρύνω και ελαφρώνω», σ. 258. https://navalhistory.gr/lexiko/ελαφρυνω-και-ελαφρωνω/