navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › ελαφρύνω και ελαφρώνω

ελαφρύνω

Και: ελαφρώνω

ρ. [μετβ. και αμετβ.]

  1. μειώνω το βάρος
  2. (μτφ.) προκαλώ ανακούφιση.

Ετυμολογία

< μτγν. ἐλαφρύνω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ελαφρύνω και ελαφρώνω», σ. 258. https://navalhistory.gr/lexiko/ελαφρυνω-και-ελαφρωνω/