navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › ελατοσίδηρος

ελατοσίδηρος

ο, ουσ.

(μεταλλ.) σίδηρος κατεργασμένος με τη μέθοδο της έλασης για παραγωγή ελασμάτων, αντών. χυτοσίδηρος.

Ετυμολογία

< ελατ(ός) -ο- + σίδηρος.

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ελατοσίδηρος», σ. 258. https://navalhistory.gr/lexiko/ελατοσιδηροσ/