εκτονωτικός
-ή, -ό, επίθ.
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην εκτόνωση.
Ετυμολογία
< εκτονωτ(ής) + [καταλ.] -ικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκτονωτικός», σ. 256. https://navalhistory.gr/lexiko/εκτονωτικοσ/