εκτιμώ
ρ. [μετβ.]
- υπολογίζω την αξία, την ποιότητα, το μέγεθος, τη σημασία κ.λπ. αντικειμένων ή δράσεων ή καταστάσεων, αξιολογώ
- αναγνωρίζω την αξία κάποιου.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐκτιμῶ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκτιμώ», σ. 255. https://navalhistory.gr/lexiko/εκτιμω/