navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εκπονώ

εκπονώ

ρ. [μετβ.]

κατασκευάζω ή παρασκευάζω κάτι με κόπο και επιμέλεια, επεξεργάζομαι κάποιο έργο που απαιτεί ιδιαίτερη πνευματική προσπάθεια, μόχθο και προσεκτική εργασία.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐκπονῶ.

Παράγωγα

εκπόνηση.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκπονώ», σ. 253. https://navalhistory.gr/lexiko/εκπονω/