εκπονώ
ρ. [μετβ.]
κατασκευάζω ή παρασκευάζω κάτι με κόπο και επιμέλεια, επεξεργάζομαι κάποιο έργο που απαιτεί ιδιαίτερη πνευματική προσπάθεια, μόχθο και προσεκτική εργασία.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐκπονῶ.
Παράγωγα
εκπόνηση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκπονώ», σ. 253. https://navalhistory.gr/lexiko/εκπονω/