εκκινώ
ρ. [μετβ. και αμετβ.]
- βάζω κάτι σε κίνηση, ξεκινώ, θέτω σε λειτουργία
- ξεκινώ να κινούμαι από ένα σημείο με κατεύθυνση προς το άλλο
- (μτφ.) έχω αναπτύξει, ιδεολογικά και φιλοσοφικά, συγκεκριμένη λογική αντίληψη των πραγμάτων.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐκκινῶ [= προκαλώ μετακίνηση].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκκινώ», σ. 252. https://navalhistory.gr/lexiko/εκκινω/