navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εκκινώ

εκκινώ

ρ. [μετβ. και αμετβ.]

  1. βάζω κάτι σε κίνηση, ξεκινώ, θέτω σε λειτουργία
  2. ξεκινώ να κινούμαι από ένα σημείο με κατεύθυνση προς το άλλο
  3. (μτφ.) έχω αναπτύξει, ιδεολογικά και φιλοσοφικά, συγκεκριμένη λογική αντίληψη των πραγμάτων.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐκκινῶ [= προκαλώ μετακίνηση].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκκινώ», σ. 252. https://navalhistory.gr/lexiko/εκκινω/