εκκεντρικός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που έχει επιλέξει έναν ιδιόρρυθμο τρόπο ζωής
- αυτός που βρίσκεται μακριά από το κέντρο.
Ετυμολογία
< εκ- + κεντρικός.
Επιρρήματα
εκκεντρικά [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκκεντρικός», σ. 251. https://navalhistory.gr/lexiko/εκκεντρικοσ/