navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εκκεντρικός

εκκεντρικός

-ή, -ό, επίθ.

  1. αυτός που έχει επιλέξει έναν ιδιόρρυθμο τρόπο ζωής
  2. αυτός που βρίσκεται μακριά από το κέντρο.

Ετυμολογία

< εκ- + κεντρικός.

Επιρρήματα

εκκεντρικά [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκκεντρικός», σ. 251. https://navalhistory.gr/lexiko/εκκεντρικοσ/