navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εκκαθίζω και ξεκαθίζω

εκκαθίζω

Και: ξεκαθίζω

ρ. [μετβ.]

(για πλοίο) κάνω τις απαραίτητες ενέργειες για να ξεκολλήσω το πλοίο που βρήκε και κάθισε σε ύφαλο, βράχο ή άμμο.

Ετυμολογία

< εκ- + καθίζω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκκαθίζω και ξεκαθίζω», σ. 251. https://navalhistory.gr/lexiko/εκκαθιζω-και-ξεκαθιζω/