εκατό
το, άκλ. απόλυτο αριθμητ. επίθ.
- αυτό που δηλώνει ένα σύνολο εκατό μονάδων
- [ως ουσ.] ο ακέραιος αριθμός 100 και το σύμβολό του, η ποσότητα των 10 δεκάδων που ισούται με το τετράγωνο του δέκα 102
- η υπηρεσία της Άμεσης Δράσης, επειδή έχει για αριθμό τηλεφωνικής κλίσης το 100.
Ετυμολογία
< αρχ. ἑκατόν.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκατό», σ. 249. https://navalhistory.gr/lexiko/εκατο/