navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εκατομμυριοστός

εκατομμυριοστός

-ή, -ό, [τακτικό αριθμητ. επίθ.]

  1. αυτός που έχει σε μια σειρά από όμοια πρόσωπα ή πράγματα τη θέση που ορίζει ο αριθμός ένα εκατομμύριο
  2. (ως ουσ.) το εκατομμυριοστό, το καθένα από τα ίσα μέρη που διαιρέθηκε το ένα εκατομμύριο.

Ετυμολογία

< εκατομμύρι(ον) + -οστός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκατομμυριοστός», σ. 249. https://navalhistory.gr/lexiko/εκατομμυριοστοσ/