εκατομμυριοστός
-ή, -ό, [τακτικό αριθμητ. επίθ.]
- αυτός που έχει σε μια σειρά από όμοια πρόσωπα ή πράγματα τη θέση που ορίζει ο αριθμός ένα εκατομμύριο
- (ως ουσ.) το εκατομμυριοστό, το καθένα από τα ίσα μέρη που διαιρέθηκε το ένα εκατομμύριο.
Ετυμολογία
< εκατομμύρι(ον) + -οστός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκατομμυριοστός», σ. 249. https://navalhistory.gr/lexiko/εκατομμυριοστοσ/