εικόνα
η, ουσ.
- ζωγραφική παράσταση άγιων προσώπων ή σκηνών από τη χριστιανική παράδοση, επάνω σε φορητή επιφάνεια, εικόνισμα, ή επάνω σε τοίχο, συνήθως ναού, αγιογραφία
- ζωγραφική ή φωτογραφική παράσταση μορφής, αντικειμένου ή γεγονότος
- είδωλο, αναπαράσταση μορφών ή γεγονότων
- φανταστική απεικόνιση προσώπου, πράγματος ή γεγονότος
- ορθά εκφρασμένη περιγραφή που ζωντανεύει το γεγονός.
Ετυμολογία
< αρχ. εἰκών.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εικόνα», σ. 246. https://navalhistory.gr/lexiko/εικονα/