εθνικός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο έθνος, (φρ.) «εθνικός πολιτισμός / ύμνος», «εθνική κληρονομιά / πολιτική / συνείδηση / ιστορία / ανεξαρτησία / επέτειος / γλώσσα / σημαία / γιορτή», «εθνικά ιδεώδη / προβλήματα», εθνικό φρόνημα / συμφέρον / πένθος», «εθνικές παραδόσεις / λογοτεχνίες», «εθνικά σύμβολα / κράτη»,
- αυτός που διακατέχεται από πατριωτισμό, (φρ.) «Εθνική Αντίσταση»,
- αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο κράτος, (φρ.) «Εθνικές εκλογές»,
- (αθλητ. ως ουσ.) η Εθνική, αντιπροσωπευτικό συγκρότημα, (έκφρ.) «φόρεσε τη φανέλα της Εθνικής»,
- σε ονομασίες οργανισμών, ιδρυμάτων κ.λπ.: «Εθνικό Θέατρο», «Εθνική Βιβλιοθήκη», «Εθνικό Σύστημα Ολοκληρωμένης Θαλάσσιας Επιτήρησης», (ΕΣΟΘΕ),
- (γραμμ.) οι λέξεις που δηλώνουν τον κάτοικο ενός τόπου (χώρας, πόλης κ.λπ.) ή αυτόν που κατάγεται από αυτό τον τόπο (π.χ. Σαμιώτης, Αθηναίος, Γάλλος)
- (ιστορ. και εκκλ., ως ουσ.) ο εθνικός, ονομασία των ειδωλολατρών κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες.
Ετυμολογία
< μτγν. ἐθνικός και σημδ. από την ιταλ. nazionale και αγγλ. γαλλ. national.
Παράγωγα
εθνικισμός, εθνικιστής.
Σύνθετα
εθνικοποιώ, εθνικοσοσιαλισμός, εθνικότητα, εθνικόφρονας.
Επιρρήματα
εθνικώς [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εθνικός», σσ. 245-246. https://navalhistory.gr/lexiko/εθνικοσ/