έγγραφο
το, ουσ.
- επίσημο γραπτό κείμενο που έχει συνταχθεί με καθορισμένο τύπο και φέρει στοιχεία του συντάκτη και του αποδέκτη, όπως: ημερομηνία, υπογραφή και ίσως σφραγίδα, και το οποίο ανακοινώνει, ή βεβαιώνει ή διατάσσει κάποιον, ή αποδεικνύει κάτι, (φρ.) «έγγραφο εθνικότητας πλοίου / (πληθ.) ναυτιλιακά αποδημητήρια / φορτωτικά / δημόσια / απόρρητα / διαβαθμισμένα / ταξιδιωτικά / χρήσιμα / επίσημα / αποκαλυπτικά / ενημερωτικά / σπάνια / ιστορικά / πλαστά / μοναστηριακά κ.ά.»,
- ηλεκτρονικό έγγραφο.
Ετυμολογία
< μτγν. πληθ. τά ἔγγραφα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έγγραφο», σ. 241. https://navalhistory.gr/lexiko/εγγραφο/