navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δύτης

δύτης

ο, δύτρια, η, ουσ.

δύτης, εικόνα από το έντυπο
  1. (επάγγ.) αυτός που βουτάει κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, συνών. βουτηχτής, βατράχι
  2. άτομο εφοδιασμένο με τον κατάλληλο εξοπλισμό, που μπορεί να παραμείνει για αρκετό χρόνο, σε ορισμένο βάθος από την επιφάνεια της θάλασσας, (φρ.) 1. «νόσος των δυτών» ή «νόσος αποσυμπίεσης», παθολογική κατάσταση που εμφανίζει παροδική, αλλά πολλές φορές και μόνιμη κύρτωση - αγκύλωση των αρθρώσεων και παράλυση, σε δύτες εξαιτίας της διακοπής παροχής οξυγόνου που θα τους αναγκάσει να ανέβουν γρήγορα στην επιφάνεια του νερού, ή σε άτομα που ταξιδεύουν αεροπορικώς χωρίς συμπίεση σε μεγάλο υψόμετρο, 2. «Σχολή Δυτών Καλύμνου», είναι η μοναδική δημόσια Σχολή που επαναλειτουργεί από το 2018 στην Ελλάδα και πιστοποιεί δύτες.

Ετυμολογία

< αρχ. δύτης.

Συνώνυμα στο λεξικό

Από τον Τύπο

Η Ευγενία Μαστορίδου ήταν η πρώτη γυναίκα που βούτηξε με σκάφανδρο στο λιμάνι της Σύμης για να πείσει τους σφουγγαράδες να το χρησιμοποιήσουν στις καταδύσεις τους, αφού μέχρι τότε οι σφουγγαράδες έκαναν γυμνοί τις καταδύσεις για να βγάλουν τα σφουγγάρια από τους βυθούς κρατώντας την αναπνοή τους.

Απόσπασμα από δημοσίευμα του ΑΠΕ- ΜΠΕ με αναφορές του δήμαρχου της Σύμης Ελευθέριου Παπακαλοδούκα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δύτης», σ. 238. https://navalhistory.gr/lexiko/δυτησ/