δολ(λ)άριο
το, ουσ.

(νομίσμ.) α) νομισματική μονάδα κρατών με διαφορετική χρηματιστηριακή αξία για την κάθε χώρα: H.Π.Α., Καναδάς, Αυστραλίας, Μπαχάμες, Μπαρμπάντος, Μπελίζ, Βερμούδες, β) χώρες που χρησιμοποιούν το δολάριο Η.Π.Α. ως το επίσημο νόμισμά τους: Παναμάς, Εκουαδόρ, Ελ Σαλβαδόρ, Βρετανικές Παρθένοι Νήσοι.
Ετυμολογία
< αγγλ. dollar < αρχ. γερμ. daler < Thaler [= τάλιρο] < από συγκοπή του Joachimsthaler [= ασημένιο νόμισμα του 1519, που κατασκευαζόταν στην κωμόπολη Joachimsthal της Βοημίας].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δολ(λ)άριο», σ. 232. https://navalhistory.gr/lexiko/δολλαριο/