δίψα
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- η επιθυμία που νιώθει κάποιος να πιει νερό ή κάποιο άλλο υγρό
- (συνεκδ.) η έλλειψη νερού
- (μτφ.) έντονη επιθυμία για κάτι, ακατανίκητος πόθος.
Ετυμολογία
< αρχ. δίψα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δίψα», σ. 230. https://navalhistory.gr/lexiko/διψα/