navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δίψα

δίψα

η, ουσ. [χωρίς πληθ.]

  1. η επιθυμία που νιώθει κάποιος να πιει νερό ή κάποιο άλλο υγρό
  2. (συνεκδ.) η έλλειψη νερού
  3. (μτφ.) έντονη επιθυμία για κάτι, ακατανίκητος πόθος.

Ετυμολογία

< αρχ. δίψα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δίψα», σ. 230. https://navalhistory.gr/lexiko/διψα/