navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δίχρονος

δίχρονος

-η, -ο, επίθ.

  1. (μηχανολ.) ο κύκλος λειτουργίας δύο διαδρομών, σε μηχανές εσωτερικής καύσης, π.χ. στο πιστόνι [= έμβολο], σε μία στροφή του στροφαλοφόρου άξονα, (φρ.) «δίχρονος κινητήρας»,
  2. αυτός που έχει την ηλικία των δύο χρόνων
  3. (γραμμ.) φωνήεν που εμφανίζει δύο διαφορετικούς προσωδιακούς χρόνους και είναι άλλοτε μακρό και άλλοτε βραχύ.

Ετυμολογία

< μτγν. δίχρονος < δι- + χρόνος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δίχρονος», σ. 230. https://navalhistory.gr/lexiko/διχρονοσ/