δίχρονος
-η, -ο, επίθ.
- (μηχανολ.) ο κύκλος λειτουργίας δύο διαδρομών, σε μηχανές εσωτερικής καύσης, π.χ. στο πιστόνι [= έμβολο], σε μία στροφή του στροφαλοφόρου άξονα, (φρ.) «δίχρονος κινητήρας»,
- αυτός που έχει την ηλικία των δύο χρόνων
- (γραμμ.) φωνήεν που εμφανίζει δύο διαφορετικούς προσωδιακούς χρόνους και είναι άλλοτε μακρό και άλλοτε βραχύ.
Ετυμολογία
< μτγν. δίχρονος < δι- + χρόνος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δίχρονος», σ. 230. https://navalhistory.gr/lexiko/διχρονοσ/