navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διχοτόμος

διχοτόμος

η, ουσ.

(γεωμ.) η ημιευθεία που χωρίζει μία γωνία σε δύο ίσα μέρη.

Ετυμολογία

< μτγν. διχοτόμος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διχοτόμος», σ. 230. https://navalhistory.gr/lexiko/διχοτομοσ/