navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διπλασιάζω

διπλασιάζω

ρ. [μετβ.]

κάνω κάτι δύο φορές μεγαλύτερο ή περισσότερο, το κάνω διπλάσιο.

Ετυμολογία

< αρχ. διπλασιάζω.

Παράγωγα

διπλασίασμα, διπλασιαστής, διπλασιασμός, διπλασίαση.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διπλασιάζω», σ. 227. https://navalhistory.gr/lexiko/διπλασιαζω/