διμερής
-ής, -ές, επίθ.
- αυτός που απαρτίζεται από δύο μέλη, που έχει δύο μέρη
- αυτός που διαιρείται σε δύο μέρη
- αυτός που γίνεται με τη συνεργασία ή τη συμφωνία δύο μερών (φρ.) «διμερής σύσκεψη», «διμερής συνθήκη», «διμερείς σχέσεις».
Ετυμολογία
< αρχ. διμερής < δι- + μέρος < μείρομαι [= λαμβάνω μερίδιο ή το οφειλόμενο από κάτι].
Επιρρήματα
διμερώς [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διμερής», σ. 224. https://navalhistory.gr/lexiko/διμερησ/