navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διμερής

διμερής

-ής, -ές, επίθ.

  1. αυτός που απαρτίζεται από δύο μέλη, που έχει δύο μέρη
  2. αυτός που διαιρείται σε δύο μέρη
  3. αυτός που γίνεται με τη συνεργασία ή τη συμφωνία δύο μερών (φρ.) «διμερής σύσκεψη», «διμερής συνθήκη», «διμερείς σχέσεις».

Ετυμολογία

< αρχ. διμερής < δι- + μέρος < μείρομαι [= λαμβάνω μερίδιο ή το οφειλόμενο από κάτι].

Επιρρήματα

διμερώς [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διμερής», σ. 224. https://navalhistory.gr/lexiko/διμερησ/