navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διηπειρωτικός

διηπειρωτικός

-ή, -ό, επίθ.

αυτός που σχετίζεται με δύο ή περισσότερες ηπείρους, (φρ.) «Διηπειρωτικοί πύραυλοι», πύραυλοι που το βεληνεκές τους [= η απόσταση που διανύει το βλήμα] φτάνει από μια ήπειρο σε κάποια άλλη.

Ετυμολογία

< μτφρδ. από την αγγλ. intercontinental.

Επιρρήματα

διηπειρωτικά [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διηπειρωτικός», σ. 222. https://navalhistory.gr/lexiko/διηπειρωτικοσ/