navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διεισδύω

διεισδύω

ρ. [μετβ.]

  1. περνώ μέσα από το χώρο κάποιου, εισχωρώ, τρυπώνω στα κρυφά, χώνομαι
  2. (μτφ.) κατανοώ το στοχασμού του άλλου, εμβαθύνω, καταλαβαίνω.

Ετυμολογία

< μτγν. διεισδύω.

Παράγωγα

διείσδυση [= 1. εισχώρηση, τρύπωμα, 2. κατανόηση, εμβάθυνση].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διεισδύω», σ. 221. https://navalhistory.gr/lexiko/διεισδυω/