navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διάστερος

διάστερος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που είναι γεμάτος αστέρια, έναστρος
  2. αυτός που βρίσκεται ανάμεσα στα αστέρια
  3. (μτφ.) αυτός που φορά στολίδια που θυμίζουν σχεδιαστικά αστέρια.

Ετυμολογία

< δια + αστέρι.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διάστερος», σ. 216. https://navalhistory.gr/lexiko/διαστεροσ/