διάστερος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που είναι γεμάτος αστέρια, έναστρος
- αυτός που βρίσκεται ανάμεσα στα αστέρια
- (μτφ.) αυτός που φορά στολίδια που θυμίζουν σχεδιαστικά αστέρια.
Ετυμολογία
< δια + αστέρι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διάστερος», σ. 216. https://navalhistory.gr/lexiko/διαστεροσ/