navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διαπόρθμευση

διαπόρθμευση

η, ουσ.

μεταφορά ανθρώπων ή εμπορευμάτων ή αντικειμένων στην απέναντι όχθη ή ακτή με πλωτό μέσο, διαπεραίωση.

Ετυμολογία

< διαπόρθμευ(σις) + -ση < αρχ. διαπορθμεύω < διά + πορθμεύω < πορθμός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαπόρθμευση», σ. 214. https://navalhistory.gr/lexiko/διαπορθμευση/