διανομή
η, ουσ.
- το κομμάτιασμα ενός αντικειμένου, ενός ποσού ή οτιδήποτε άλλου σε μικρότερα μέρη και η απόδοσή του στους δικαιούχους, συνών. μοίρασμα, καταμερισμός, διαμοιρασμός
- ανάθεση έργου σε πρόσωπο
- ο χώρος εντός του οποίου οργανώνεται η ταξινόμηση και προγραμματίζεται το μοίρασμα επιστολών, δεμάτων, παραγγελιών, τροφίμων κ.λπ. συνών. ντεσπέντσα
- η υπηρεσία που οργανώνει την παραπάνω διαδικασία
- το μοίρασμα των κινηματογραφικών ταινιών στις αίθουσες για προβολή στο κοινό και η αντίστοιχη οικονομική ανταπόδοση
- το μοίρασμα των ρόλων στους ηθοποιούς
- η διάθεση ηλεκτρικής ενέργειας, νερού και άλλων αγαθών μέσο ειδικού δικτύου στους καταναλωτές
- (φρ.) «ατμοσύρτης / δεξαμενή / κιβώτιο / κρουνός / μηχανισμός / μοχλός / πίνακας / σωλήνα / υποσταθμός διανομής».
Ετυμολογία
< αρχ. διανομή < διανέμω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διανομή», σ. 213. https://navalhistory.gr/lexiko/διανομη/