navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διανοίγω

διανοίγω

ρ. [μετβ.]

ανοίγω, δημιουργώ άνοιγμα σε συμπαγή όγκο ή μέσα από ένα σύνολο προσώπων ή αντικειμένων με στόχο τη διέλευση.

Ετυμολογία

< δια + ανοίγω.

Παράγωγα

διάνοιγμα, διάνοιξη.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διανοίγω», σ. 213. https://navalhistory.gr/lexiko/διανοιγω/