navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διανέμω

διανέμω

ρ. [μετβ.]

κάνω διανομή, διαμοιράζω, καταμερίζω.

Παράγωγα

διανομή, διανομέας [= 1. ταχυδρόμος, γραμματοκομιστής, 2. διαμοιραστής, κατανεμητής], διανεμητής.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διανέμω», σ. 213. https://navalhistory.gr/lexiko/διανεμω/