navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διαμετρώ

διαμετρώ

ρ. [μετβ]

  1. υπολογίζω το μήκος της διαμέτρου ενός σχήματος ή ενός αντικειμένου
  2. (μτφ.) κάνω σκέψεις και υπολογισμούς πάνω σε κάποιο θέμα και καταλήγω σε συμπεράσματα και αποφάσεις, κρίνω, αναμετρώ.

Ετυμολογία

< αρχ. διαμετρῶ.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαμετρώ», σ. 212. https://navalhistory.gr/lexiko/διαμετρω/