διαμετρώ
ρ. [μετβ]
- υπολογίζω το μήκος της διαμέτρου ενός σχήματος ή ενός αντικειμένου
- (μτφ.) κάνω σκέψεις και υπολογισμούς πάνω σε κάποιο θέμα και καταλήγω σε συμπεράσματα και αποφάσεις, κρίνω, αναμετρώ.
Ετυμολογία
< αρχ. διαμετρῶ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαμετρώ», σ. 212. https://navalhistory.gr/lexiko/διαμετρω/