διαλύω
ρ. [μετβ.]
- διαχωρίζω κάτι στα μέρη από τα οποία έχει προέλθει
- αναμιγνύω μια ουσία μέσα σ’ ένα υγρό και σχηματίζω ένα διάλυμα
- αποσυναρμολογώ ένα μηχάνημα στα διάφορα μέρη με τα οποία έχει συναρμολογηθεί
- καταστρέφω κάτι, προκαλώ σε αυτό πολύ μεγάλη φθορά
- σταματώ κάποιο δεσμό, άκυρώνω συμφωνίες.
Ετυμολογία
< αρχ. διαλύω.
Παράγωγα
διάλυμα, διάλυση, διαλυστήρα και διαλυστήρι, διαλύτης, διαλυτικός, διαλυτός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαλύω», σ. 211. https://navalhistory.gr/lexiko/διαλυω/