navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διαλύω

διαλύω

ρ. [μετβ.]

  1. διαχωρίζω κάτι στα μέρη από τα οποία έχει προέλθει
  2. αναμιγνύω μια ουσία μέσα σ’ ένα υγρό και σχηματίζω ένα διάλυμα
  3. αποσυναρμολογώ ένα μηχάνημα στα διάφορα μέρη με τα οποία έχει συναρμολογηθεί
  4. καταστρέφω κάτι, προκαλώ σε αυτό πολύ μεγάλη φθορά
  5. σταματώ κάποιο δεσμό, άκυρώνω συμφωνίες.

Ετυμολογία

< αρχ. διαλύω.

Παράγωγα

διάλυμα, διάλυση, διαλυστήρα και διαλυστήρι, διαλύτης, διαλυτικός, διαλυτός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαλύω», σ. 211. https://navalhistory.gr/lexiko/διαλυω/