διαλυτικό
το, ουσ.
(ως ουσ.) υγρό που διαλύει το διορθωτικό ή που συμβάλλει στην αραίωση κάποιου άλλου χημικού στοιχείου.
Ετυμολογία
< διαλύτ(ης) + -ικό.
Παράγωγα
διαλυτικότητα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαλυτικό», σ. 211. https://navalhistory.gr/lexiko/διαλυτικο/