διαδένω
ρ. [μετβ.]
περιτυλίγω και σφίγγω κάτι με σχοινί ή αλυσίδα και από τα δύο άκρα, κρουζάρω.
Ετυμολογία
< δια + δένω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαδένω», σ. 207. https://navalhistory.gr/lexiko/διαδενω/